Συνεργατισμός - Κοινωνικό κεφάλαιο - Δίκτυα


από το βιβλίο του ΒασίληΤακτικού

Τα κείμενα που ακολουθούν είναι μια συλλογή από το βιβλίο του Βασίλη Τακτικού «Θεσμοί & Εφαρμογές Κοινωνικής Οικονομίας» - μια εισαγωγή στις αρχές της Κοινωνικής Οικονομίας.


Τι είναι κοινωνική οικονομία: Η Κοινωνική Οικονομία είναι η οικονομία της αλληλεγγύης, του συνεργατισμού, του μη κερδοσκοπικού τομέα της οριζόντιας οργάνωσης και των κοινωνικών δικτύων.
Της ομαδικής, κοινοτικής και συλλογικής επιχειρηματικότητας. Η οικονομία που δεν αποσκοπεί στο κέρδος των κεφαλαιούχων αλλά στη δημιουργία απασχόλησης και εισοδήματος για όλους που συμμετέχουν στη παραγωγική διαδικασία.
Η δύναμη της κοινωνικής οικονομίας βρίσκεται στο συνεργατισμό τον εθελοντισμό και το κοινωνικό κεφάλαιο. Κινείται πέρα από την αντίληψη της ανταγωνιστικότητας, υπερβαίνοντας τις αντινομίες του κράτους και της αγοράς, τον κοινωνικό και οικονομικό αποκλεισμό των κοινωνικά αδυνάτων. Δημιουργεί έτσι, συμπληρωματικά εναλλακτικό εισόδημα και ευκαιρίες απασχόλησης εκεί που σε διαφορετική περίπτωση υπάρχει δυσπραγία, ανεργία και φτώχεια. Το συγκριτικό της πλεονέκτημα είναι το μειωμένο κόστος συναλλαγών. Η αξιοποίηση ανενεργών υλικών και ανθρώπινων πόρων. Η ανοικτή διάδοση της γνώσης και της οργανωτικής τεχνολογίας.
Οι ιστορικές ρίζες της Κοινωνικής Οικονομίας ανάγονται στις συνεταιριστικές επιχειρήσεις του 19ου αιώνα με τη μορφή αλληλοβοηθητικών φορέων, μη κερδοσκοπικών ενώσεων, συνεταιρισμών και συλλογικών επιχειρήσεων που μέσα σε δύο αιώνες εξελίχθηκαν σε πολυποίκιλες μορφές κοινωνικών επιχειρήσεων.
Όσο «άνθιζε» ο κρατισμός στην οικονομία από την μια μεριά, και ο μονεταρισμός από την άλλη, και μπορούσαν να ικανοποιήσουν το βασικό αίτημα ανάπτυξης και απασχόλησης για όλους, η Κοινωνική Οικονομία βρισκόταν υπό τον περιορισμό της απόλυτης κυριαρχίας του κράτους και της αγοράς.
Σήμερα, η παρατεταμένη κρίση του κράτους πρόνοιας και η αδυναμία της αγοράς να δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας επέτρεψε την επάνοδο της χρησιμότητας των συνεταιρισμών και την άνοδο μιας νέας μορφής Κοινωνικής Οικονομίας, της επονομαζόμενης «οικονομίας της αλληλεγγύης» έτσι έχουμε την επέκταση των δραστηριοτήτων της, από την παραγωγή και τη διάθεση υλικών αγαθών σε ένα πλήθος από άυλα αγαθά, υπηρεσίες υγείας, παιδείας και πολιτισμού και διαχείρισης γνώσης.
Το βασικό εργαλείο πραγμάτωσης των σκοπών της Κοινωνικής Οικονομίας είναι οι κοινωνικές επιχειρήσεις και-δευτερευόντως-οι πράξεις της φιλανθρωπίας. Οι κοινωνικές επιχειρήσεις ως θεσμικό εργαλείο μπορούν να αξιοποιούν ανενεργούς- κατακερματισμένους υλικούς και ανθρώπινους πόρους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, κρατικών οργανισμών και ιδρυμάτων. Ανενεργές πάγιες κτιριακές εγκαταστάσεις και αγροτεμάχια, καθώς και χώρους εκθετηρίων για έκθεση προϊόντων σε δημοτικούς και δημόσιους χώρους, προσφέροντας θέσεις εργασίας και εισοδήματα σε ιδρύματα και κοινωνικούς συνεταιρισμούς. Οι κοινωνικές επιχειρήσεις κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορούν να παράγουν αγροτικά προϊόντα και προϊόντα μεταποίησης αλλά και υπηρεσίες με κοινωφελείς σκοπούς έχοντας ως αντικειμενικό στόχο την διεύρυνση της απασχόλησης.
Η Κοινωνική Οικονομία, από άποψη οργάνωσης, βασίζεται στα κοινωνικά δίκτυα, τους θεσμούς αλληλεγγύης και τις συμπράξεις πολιτών. Στην αλληλέγγυα συνεργασία συγκροτείται το λεγόμενο κοινωνικό κεφάλαιο, βάσει του οποίου γίνονται εφικτές οι επενδύσεις σε τοπικό επίπεδο και σε περιφερειακό επίπεδο, μεταφέροντας πόρους από τα θεσμικά δίκτυα αλληλεγγύης προς τομείς της πραγματικής οικονομίας που είναι μεν αναγκαίοι τομείς, αλλά στους οποίους δεν επενδύουν οι αγορές λόγω χαμηλής κερδοφορίας.
.
Αυτή η διεισδυτικότητα της Κοινωνικής Οικονομίας της δίνει ένα ακόμη πρακτικό και ηθικό πλεονέκτημα: ότι μπορεί να αφορά και να εξυπηρετεί σχεδόν το σύνολο της κοινωνίας.
Για την Κοινωνική Οικονομία σε σχέση με την τεράστια σημασία της στο σύγχρονο κόσμο έχουν γραφτεί πολύ λίγα και ακόμα λιγότερα έχουν κοινοποιηθεί από τα κυρίαρχα επικοινωνιακά συστήματα, μολονότι η συμβολή της λειτουργεί ως ασπίδα αντισωμάτων για το σύνολο της οικονομίας.
Στη σύγχρονη ιστορία της οικονομίας της αγοράς γινόμαστε μάρτυρες των καταστροφικών επιπτώσεων από τις «φούσκες» στις χρηματαγορές, τα τοξικά ομόλογα και τα τραπεζικά προϊόντα τα οποία οδηγούν στη φτώχεια και την ανεργία μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Η Κοινωνική Οικονομία έρχεται λοιπόν, να επουλώσει πληγές, να σταθεροποιήσει και να διασώσει τις τοπικές κοινωνίες από την παρακμή και τη διαφθορά.
Από μια άλλη άποψη, η Κοινωνική Οικονομία λειτουργεί όπως τα βιολογικά προϊόντα και η βιολογική διατροφή. Από ένα σεβαστό ποσοστό και πάνω, διασφαλίζει την υγεία του οικονομικού συστήματος, όπως η βιολογική διατροφή την υγεία των ανθρώπων και το κατορθώνει αυτό, γιατί με τη συνεταιριστική-συμμετοχική οργάνωση της παραγωγής συμμετέχει όλη η κοινωνία στο παραγόμενο προϊόν και απολαμβάνει τα οφέλη. Δεν υπάρχει βέβαια κερδοφορία με πλασματικό τρόπο, όπως οι χρηματαγορές, αλλά δεν εκθέτει και την οικονομία σε τοξικά προϊόντα.
Έτσι, η πρακτική της Κοινωνικής Οικονομίας βασίζεται στη συμμετοχικότητα της κοινότητας, στην ελεύθερη βούλησή της, στην ανοιχτή διαβούλευση στο επίπεδο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, της οικοδόμησης σχέσεων εμπιστοσύνης για την μείωση του κόστους των συναλλαγών, την αλληλέγγυα φροντίδα για την παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών προς όφελος των πολλών και όχι των κερδοσκόπων.

 Κοινωνικό κεφάλαιο: Το Κοινωνικό Κεφάλαιο μπορεί να ορισθεί η συσσώρευση συλλογικής γνώσης, οργανωτικής κουλτούρας, αλληλεγγύης, κοινής εμπιστοσύνης και δημιουργικής θεσμικής λειτουργίας σε μια κοινότητα. Τα κοινωνικά δίκτυα και ο εθελοντισμός είναι οι βασικοί συντελεστές για τη συγκρότησή του.
Το κοινωνικό κεφάλαιο συμπυκνώνει το συνεργατισμό και το αλληλέγγυο πνεύμα. Ακόμα, συμπληρώνει και υποκαθιστά σε μεγάλο βαθμό, το οικονομικό κεφάλαιο που είναι απαραίτητο για τις επενδύσεις δημιουργώντας εμπιστοσύνη στις συναλλαγές και μείωση του κόστους, καθώς ενισχύει την πιστοληπτική ικανότητα.
Σύμφωνα με αντίστοιχες μελέτες, το κοινωνικό κεφάλαιο είναι έννοια σύμφυτη με την κοινωνική δομή, διευκολύνει την ατομική και συλλογική δράση και νοηματοδοτεί τις συνεργασίες και τις Κοινωνικές Αναπτυξιακές Συμπράξεις.
Η σταδιακή επίγνωση ότι ούτε το κράτος ούτε η αγορά μπορούν να λύσουν, κατ' αποκλειστικότητα, τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, έχει φέρει στο προσκήνιο την έννοια του κοινωνικού κεφαλαίου, που γεφυρώνει τη δημόσια με την ιδιωτική σφαίρα.
Ο όρος «κοινωνικό κεφάλαιο» χρησιμοποιείται ολοένα και περισσότερο ως έννοια αλληλένδετη με την κοινωνία πολιτών, αλλά δεν περιορίζεται σε αυτήν, εφόσον περιλαμβάνει τόσο τα τυπικά, όσο και τα άτυπα κοινωνικά δίκτυα και τις κοινές αξίες. Ο ορισμός του Woolcock (1998) ότι το κοινωνικό κεφάλαιο περιλαμβάνει όλες τις αξίες και τα δίκτυα που διευκολύνουν την ομαδική δράση, βασίζεται σε αυτήν ακριβώς την αλληλεπίδραση με την κοινωνία των πολιτών. Στη διεθνή συζήτηση η σύνδεση των μη κυβερνητικών οργανώσεων με την έννοια της «κοινωνίας των πολιτών» γίνεται με αναφορά κυρίως στο Τοκβιλιανό παράδειγμα. Σύμφωνα με αυτό η «κοινωνία των πολιτών» είναι ένας χώρος όπου οι οργανωμένοι πολίτες αξιοποιούν την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι ως θεσμικό αντίβαρο στον κρατικό αυταρχισμό, ως δύναμη εκδημοκρατισμού «από τα κάτω», ως «σχολείο δημοκρατίας», ως μέθοδο παραγωγής «κοινωνικού κεφαλαίου» και ακόμη ως όχημα για κοινωνικές δράσεις που συμβάλλουν στο «κοινό καλό».
Αναζητώντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κοινωνικού κεφαλαίου και της οργανωμένης Κοινωνίας Πολιτών, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το κριτήριο της εμπιστοσύνης είναι το συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι κοινοτήτων χωρίς συνοχή. Σε δίκτυα με υψηλό επίπεδο κοινωνικού κεφαλαίου επικρατεί η αρχή της αμοιβαιότητας και της αλληλεγγύης που συμβάλλει στην ατομική ευημερία, δεδομένου ότι οι συμμετέχοντες έχουν ευχερέστερη πρόσβαση στην πληροφορία ή άλλους πόρους, οι οποίοι αυξάνουν τις ευκαιρίες ατομικής ολοκλήρωσης.
Υπό αυτή την έννοια, υπάρχουν τρεις βασικές παράμετροι οι οποίες μεγιστοποιούν το κοινωνικό κεφαλαίο:
Η εμπιστοσύνη, η οποία οικοδομείται μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα και διασφαλίζει ότι οι υποχρεώσεις και τα καθήκοντα των μελών θα διεκπεραιωθούν ομαλά.
Η πληροφορία, η οποία διοχετεύεται μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα και τις κανονιστικές ρυθμίσεις και κυρώσεις που επιβάλλονται στα μέλη των δικτύων.
Η συνεργασία, την οποία εξασφαλίζουν οι ανθρώπινες κοινότητες με συνοχή.
Παρόλο που το κοινωνικό κεφάλαιο διαθέτει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τις άλλες μορφές κεφαλαίου, είναι ριζικά διαφορετικό, κατά την άποψη ότι η δημιουργία του προϋποθέτει αλληλοεπίδραση μεταξύ μιας μεγάλης ομάδας ανθρώπων. Η σχετική βιβλιογραφία έχει καταδείξει ότι πρόκειται για μια περίπλοκη διαδικασία που επηρεάζεται από ιστορικούς, κοινωνικούς, πολιτικούς και πολιτισμικούς παράγοντες, καθώς και από το κυρίαρχο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης. Με λίγα λόγια το κοινωνικό κεφάλαιο αυξάνει, όταν οι άνθρωποι συνεργάζονται σε εθελοντικές οργανώσεις και όταν επικοινωνούν μεταξύ τους. Αυτό επιτυγχάνεται με:
Εθελοντική συμμετοχή: Συμμετοχή σε δίκτυα, ατόμων ή ομάδων, στη βάση της ισότητας των μελών. Το κοινωνικό κεφάλαιο αφορά οριζόντιες σχέσεις μεταξύ των μελών της κοινότητας και της οικογένειας, αλλά και κάθετες μεταξύ των κοινοτήτων και των διαφόρων θεσμών και φορέων και κυβερνητικών. Έχει άλλωστε αναπτυχθεί και σχετική θεωρία, γνωστή ως «Θεωρία των Δικτύων».
Αμοιβαιότητα: Τα άτομα παρέχουν υπηρεσίες στους άλλους ή ενεργούν προς όφελος άλλων με προσωπικό κόστος, προσδοκώντας, γενικώς και αορίστως, ότι θα υπάρξει ανταπόδοση σε κάποιο απροσδιόριστο χρόνο στο μέλλον, όταν οι ίδιοι θα το χρειάζονται. Δημιουργείται, δηλαδή, ένας συνδυασμός βραχυπρόθεσμου αλτρουισμού και μακροπρόθεσμου συμφέροντος.
Εμπιστοσύνη: Η εμπιστοσύνη επιτρέπει την ανάληψη ρίσκου, όταν υπάρχει η πεποίθηση ότι οι άλλοι θα αντιδράσουν θετικά και υποστηρικτικά ή τουλάχιστον δεν θα υπονομεύσουν την εκάστοτε πρωτοβουλία. Η εμπιστοσύνη είναι εξαιρετικά σημαντική ακόμη και στο επίπεδο του κράτους, όπου όσο μεγαλύτερη κοινωνική συναίνεση υπάρχει, δηλαδή μεγαλύτερη εμπιστοσύνη μεταξύ των κοινωνικών εταίρων, τόσο μεγαλύτερη η πρόοδος της χώρας.
Κανόνες (νόρμες): Συνήθως είναι άγραφοι αλλά κατανοητοί κοινωνικοί κανόνες και αρχές που παρέχουν το πλαίσιο για ανεπίσημο κοινωνικό έλεγχο, χωρίς την προσφυγή σε θεσμικές διαδικασίες επιβολής κυρώσεων. Πολλοί υποστηρίζουν ότι, όπου υπάρχει ισχυρό κοινωνικό κεφάλαιο, εκεί η εγκληματικότητα καθώς και η ανάγκη για αστυνόμευση είναι χαμηλή.
Κοινότητα: Το συνδυασμένο αποτέλεσμα της εμπιστοσύνης, των δικτύων, των κανόνων και της αμοιβαιότητας δημιουργεί μια ισχυρή κοινότητα, ικανή να απομακρύνει τον κίνδυνο οποιουδήποτε επίδοξου οπορτουνιστή, που θα επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί το κοινωνικό κεφάλαιο της κοινότητας, χωρίς ο ίδιος να έχει προσφέρει. Η κοινότητα δεν είναι ιδιοκτησία κανενός, αλλά αξιοποιείται από όλους. Μόνο όπου υπάρχει ένα ισχυρό ήθος εμπιστοσύνης, αμοιβαιότητας και αποτελεσματικών κοινωνικών κυρώσεων εναντίον των παραβατών και των «εισβολέων», η κοινότητα μπορεί να διατηρηθεί στο διηνεκές προς όφελος όλων.
Ανθρώπινο και Κοινωνικό Κεφάλαιο: Όπως έχουμε ήδη αναλύσει, το ανθρώπινο κεφάλαιο αντιπροσωπεύει πολύτιμους πόρους, όπως είναι η γνώση κι οι δεξιότητες, που εκπορεύονται από την εκπαίδευση, την κατάρτιση και την εμπειρία. Μερικά είδη ανθρώπινου κεφαλαίου, όπως η ομαδική εργασία και η ικανότητα επικοινωνίας λειτουργούν υποστηρικτικά προς το κοινωνικό κεφάλαιο. Επομένως, επενδύσεις στο ανθρώπινο κεφάλαιο συμβάλλουν στην ανάπτυξη και των δύο τύπων κεφαλαίου.
Στην εξέταση του ρόλου του κοινωνικού κεφαλαίου είναι χρήσιμο να λάβουμε υπόψη τους τρεις βασικούς τύπους του κοινωνικού κεφαλαίου, όπως προσδιορίζονται από τους ειδικούς:

Bonding: Οι δεσμοί μεταξύ μελών της οικογένειας, μελών ίδιας ομάδας, ή φίλων (Οι οικείοι).
Brinding: Η γεφύρωση των διαφορών και η διάδραση μεταξύ διαφορετικών εθνοτικών ομάδων, ηλικιών, συνεργατών ή και κρατών. (Διαπολιτισμική συνεργασία).

Linking: Η σύνδεση κι η κάθετη επικοινωνία μεταξύ διαφόρων και διαφορετικών κοινωνικών ή/και πολιτικών επιπέδων. (Πελατειακές σχέσεις).
Η μεγάλη πρόκληση για την έρευνα και τη θεωρία του κοινωνικού κεφαλαίου είναι ο εντοπισμός και η ανάδειξη των όρων και των προϋποθέσεων υπό τους οποίους μπορούν να αξιοποιηθούν οι πραγματικά πολλές θετικές πλευρές του και ταυτόχρονα να περιορισθούν ή να εξαλειφθούν οι αρνητικές, που άλλωστε είναι σημαντικά λιγότερες.

Ο εθελοντισμός στην εποχή μας, είναι ο βασικός συντελεστής δημιουργίας κοινωνικού κεφαλαίου. Αποτελεί κλειδί της εναλλακτικής ανάπτυξης της Κοινωνικής Οικονομίας και της απασχόλησης, δημιουργώντας προστιθέμενη αξία στην οικονομία.
Από τον πατριωτικό, φιλανθρωπικό και τοπικό εθελοντισμό, με τις μη χρηματικές ανταλλαγές, που κυριαρχούσε στις παλαιότερες γενιές, έχουμε περάσει πλέον σε έναν πολυδιάστατο-οικουμενικό, ανθρωπιστικό και οικολογικό εθελοντισμό, με αυτονομία δράσης από την αγορά και κράτος, που ωστόσο λειτουργεί συμπληρωματικά προς αυτούς τους θεσμούς και καλύπτει τα κενά της μικτής και κατά τα άλλα οικονομίας.
Ο εθελοντισμός σήμερα δεν είναι μόνον το συναίσθημα αλληλεγγύης, αλλά λογική διαδικασία με ανταποδοτικότητα, δημιουργίας πρόσθετων πόρων στα πλαίσια της Κοινωνικής Οικονομίας.
Δεν αναγνωρίζεται πλέον μόνο ως πράξη φιλανθρωπίας και αλληλεγγύης σε εκδηλώσεις εκτάκτου ανάγκης, όπως κυρίως συνέβαινε σε κοινωνίες του παρελθόντος, αλλά και ως θεσμική δραστηριότητα που παράγει και διαδίδει διαρκή αγαθά στον πολιτισμό, στο περιβάλλον και στην κοινωνική μέριμνα, ως ιδιότητα που αναπτύσσει τους ανθρώπινους πόρους. Πρόκειται επομένως για μια διαδικασία που συνθέτει και εμπλουτίζει το κοινωνικό κεφάλαιο.

Τα Κοινωνικά Δίκτυα:

Συναφής προς τον όρο κοινωνικό κεφάλαιο είναι η έννοια των κοινωνικών δικτύων. Ως κοινωνικά δίκτυα μπορούν να οριστούν τα πολυδιάστατα συστήματα επικοινωνίας και διαμόρφωσης της ανθρώπινης πρακτικής και της κοινωνικής ταυτότητας. Τα κοινωνικά δίκτυα ορίζονται άλλωστε και ως άθροισμα των προσωπικών επαφών, μέσω των οποίων το άτομο διατηρεί την κοινωνική του ταυτότητα, λαμβάνει συναισθηματική υποστήριξη, υλική ενίσχυση και συμμετοχή στις υπηρεσίες, έχει πρόσβαση στις πληροφορίες, δημιουργεί νέες κοινωνικές επαφές και αναπτύσσεται.
Οι εμπειρικές έρευνες επιβεβαιώνουν ότι, όσο μεγαλύτερο είναι ένα δίκτυο και όσο συχνότερη η επαφή των μελών του, τόσο πιο αποτελεσματική είναι η βοήθεια που προσφέρουν, για παράδειγμα στην εξασφάλιση επαγγελματικών ευκαιριών και απασχόλησης στα μέλη τους, όταν το χρειάζονται.
Από την άλλη πλευρά, τα κοινωνικά δίκτυα μεταφέρουν σημαντικές πληροφορίες τόσο στους εργαζόμενους όσο και στις επιχειρήσεις, αυξάνοντας την παραγωγικότητα. Σημαντική, λοιπόν, επίδραση στην εξεύρεση εργασίας σε μια περιοχή παίζει το κοινωνικό κεφάλαιο, εφόσον αλληλεπιδρά με τα κοινωνικά δίκτυα.
Η ενίσχυση του κοινωνικού κεφαλαίου συσχετίζεται άμεσα με τη συμμετοχή στα κοινά και τα κοινωνικά δίκτυα που είναι οι νέες μορφές οργάνωσης, που εξασφαλίζουν ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών στα κοινά, αλλά και στις παραγωγικές και οικονομικές λειτουργίες της κοινωνίας.
Τα δίκτυα με κοινωνική αποστολή έχουν τις ακόλουθες ιδιότητες:
Μειώνουν το κόστος συναλλαγών.
Λειτουργούν ως ταμιευτήρες κοινωνικού κεφαλαίου.
Λειτουργούν ως προπομπός της κοινωνικής και πράσινης επιχειρηματικότητας.
Τα οριζόντια δίκτυα λειτουργούν υπέρ της κοινωνικοποίησης της γνώσης και της τεχνογνωσίας.
Συμβάλλουν στον εκδημοκρατισμό της πληροφορίας και της ενέργειας.
Κατευθύνουν τις επενδύσεις προς την περιφέρεια και τους κοινωνικά αναγκαίους σκοπούς.
Συγκροτούν Κοινωνικό Κεφάλαιο σε τοπικό και εθνικό επίπεδο.

Τρίτη βιομηχανική επανάσταση και ο περιορισμός της μισθωτής εργασίας: Το αισιόδοξο μήνυμα το οποίο  έρχεται από τις νέες τεχνολογίες και τις νέες παγκόσμιες τάσεις της οικονομίας που είναι: πρώτον η τεράστια διάχυση της πληροφορίας και της γνώσης μέσω του διαδικτύου που συνεπάγεται την κοινωνικοποίηση και τον περιορισμό της ιδιοκτησίας της γνώσης και δεύτερον η κατανεμημένη ενέργεια. Αυτό μεταφράζεται αλλιώς ως εκδημοκρατισμός της ενέργειας, με αντίστοιχο περιορισμό των ελίτ που μέχρι σήμερα μονοπωλούσαν αυτούς τους πόρους εκμεταλλευόμενες το σύνολο των κοινωνιών.
Σε αυτές τις δύο προκλήσεις της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης υπάρχει και μία Τρίτη αρνητική συνέπεια που περιορίζει τις θέσεις εργασίας: Η ανάπτυξη της πληροφορικής και ρομποτικής. Με δεδομένο μάλιστα ότι τα τελευταία είκοσι χρόνια πλέον σε παγκόσμιο επίπεδο οι θέσεις εργασίας διαρκώς μειώνονται τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα, οι προβλέψεις σε αυτούς τους τομείς είναι ακόμη πιο δυσοίωνες. Οι ελπίδες συγκεντρώνονται μόνο στο συνεργατικό τομέα και στη Κοινωνική Οικονομία όπου δημιουργούνται πλέον θέσεις εργασίας με αυξητική τάση.
Σε αυτά τα νέα δεδομένα καλούνται να προσαρμοστούν οι πολιτικές ελίτ, οι δήμαρχοι, η κοινωνία πολιτών και το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Όσοι δεν το καταλαβαίνουν ακόμη πρέπει να τους το υποδείξουν με τη στάση τους οι ενεργοί πολίτες με νέα κινήματα.
Οι νέες τεχνολογίες στην ενέργεια, την πληροφόρηση και το διαδίκτυο δε συνιστούν απλά τα υλικά και τεχνολογικά δεδομένα της νέας οικονομίας, αλλά συνδιαμορφώνουν μία νέα πίστη και προοπτική για έναν άλλο διαφορετικό κόσμο. Πάντοτε άλλωστε, οι νέες τεχνολογίες μπορούσαν να κλονίσουν μια παλιά πίστη και μέθοδο επικοινωνίας και να διαμορφώσουν μια καινούρια. Η τυπογραφία, ο ατμός, το πετρέλαιο και ο ηλεκτρισμός άλλαξαν τα δεδομένα και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις της βιομηχανικής επανάστασης όπως και τώρα, οι νέες τεχνολογίες δημιουργούν τις προϋποθέσεις για αφθονία της ενέργειας και διάχυσης της γνώσης στο άμεσο μέλλον. Χωρίς την άμεση μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα στις ήπιες μορφές ενέργειας, κινδυνεύουμε από μια ενεργειακή κρίση που θα είναι ο χειρότερος εφιάλτης στην παγκόσμια κοινωνία που θα προκαλέσει αλυσιδωτές επιδράσεις και στην παγκόσμια οικονομία. Καμία τύπου αγορά από μόνη της δεν μπορεί να δώσει τη λύση χωρίς την πολιτική. Ωστόσο, κίνδυνοι και ευκαιρίες είναι μπροστά μας τα νέα δεδομένα διεγείρουν την εγρήγορση της Κοινωνίας Πολιτών.

Η γεωγραφική ανισοκατανομή των ενεργειακών πόρων, του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, είναι το σύνδρομο μιας παγκόσμιας ιδεολογικής ηγεμονίας της οικονομικής ολιγαρχίας, που για τη διατήρηση των προνομιών της, θέτει σε κίνδυνο ολόκληρο τον πλανήτη. Αυτό αναγκαστικά αλλάζει και θα αλλάξει περισσότερο επιτακτικά στο μέλλον.
Στην παρούσα ιστορική φάση, η δικαιότερη κατανομή των ενεργειακών πόρων δεν είναι μόνο ζήτημα ηθικής επιταγής, αλλά και τρόπος αντιμετώπισης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και φτώχειας, ως απειλής που εκδηλώνεται αυτό τον καιρό στη «μητρόπολη» του συστήματος, στο παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, με το φάσμα της πτώχευσης.
Οι πολιτικές για το αστικό περιβάλλον και την πράσινη ανάπτυξη δε γίνονται με αυτόματο πιλότο. Χρειάζονται τα κοινωνικά δίκτυα για να γίνει πράξη η πράσινη ανάπτυξη με δημιουργικές πρωτοβουλίες και η προώθηση της συμμετοχικής δημοκρατίας στη βάση.
Όλα τα παραπάνω σημαίνουν ότι νέες τεχνολογίες της επικοινωνίας και άρση της σπανιότητας των πόρων στον τομέα της ενέργειας, απελευθερώνουν κοινωνικές δυνάμεις, καταδεικνύοντας ότι η προοπτική της Κοινωνικής Οικονομίας δεν είναι πια μια ουτοπία. Αποδεικνύεται πλέον με αριθμούς ότι εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο υλοποιούν την αλληλέγγυα οικονομία. Εργάζονται και καταναλώνουν για την ευημερία των ίδιων και των συνανθρώπων τους, και όχι για το κέρδος. Ένας υπαρκτός συνεργατικός, λειτουργικός και εξελίξιμος κόσμος είναι εφικτός.
Οι τεχνολογίες πληροφορικής επιτρέπουν τη διασύνδεση των πολυποίκιλων οργανώσεων πολιτών (Μ.Κ.Ο.), που τείνουν να γίνουν ρυθμιστικός παράγοντας για το κράτος και τη δημόσια σφαίρα. Αυτό ανοίγει τη δυνατότητα νέων διαδικασιών και μηχανισμών διακυβέρνησης και από κοινού διαχείρισης, που μπορούν να προκύψουν από τα συνδυασμένα αποτελέσματα των συμμετοχικών διαδικασιών στην πολιτισμική σφαίρα, με τις συνεργατικές αλληλέγγυες οικονομικές διαδικασίες να αποτελούν την υλική βάση της Κοινωνικής Οικονομίας.
Για το φαινόμενο αυτό συλλογικής πολιτισμικής δημιουργίας, ο παγκοσμίου φήμης Αμερικανός στοχαστής J. RIFKIN αναφέρει:
«Η κοινωνία των πολιτών είναι ο τόπος συνάντησης για την αναπαραγωγή της κουλτούρας σε όλες της τις μορφές. Είναι ο τόπος όπου οι άνθρωποι συμμετέχουν στο βαθύ παιχνίδι της δημιουργίας του κοινωνικού κεφαλαίου και κατασκευάζουν κώδικες και κανόνες συμπεριφοράς. Η κουλτούρα βρίσκεται εκεί όπου βασιλεύουν οι εγγενείς αξίες. Η κοινωνία των πολιτών είναι το φόρουμ όπου εκφράζεται η κουλτούρα και είναι ο αρχέγονος τομέας της ανθρώπινης ζωής.»
Παρά τη σημασία που έχει η κοινωνία των πολιτών για την κοινωνική ζωή, αυτή η σφαίρα δραστηριότητας, στη μοντέρνα εποχή, περιθωριοποιήθηκε από τις δυνάμεις της αγοράς και την κυβέρνηση του έθνους-κράτους. Οικονομολόγοι και ηγέτες επιχειρήσεων, ιδιαίτερα, έφτασαν να βλέπουν την αγορά ως «πρώτο τη τάξει θεσμό στις ανθρώπινες υποθέσεις».
Η κρίση όμως που βιώνουν οι δυτικές κοινωνίες μετά το 2007, επιβάλλει ξανά στην ιστορία τον κοινωνικό αναστοχασμό τόσο για την πολιτική κουλτούρα όσο και για τις ανθρώπινες αξίες. Το τέλος της ιστορίας προφανώς δεν ήλθε και η κοινωνία πολιτών έχει να γράψει τις δικές της σελίδες.

κοινωνικά υποστηριζόμενη γεωργία: Η στροφή προς την πραγματική οικονομία, στα αναγκαία αγαθά και υπηρεσίες για την κοινωνία, περνάει κατά πρώτο λόγο άμεσα από την κοινωνική γεωργία και το δίκαιο εμπόριο στις ανταλλαγές αγροτικών προϊόντων και την επανίδρυση μιας νέας γενιάς κοινωνικών συνεταιρισμών.
Ο πρωτογενής τομέας είναι η βάση της πραγματικής οικονομίας, δηλαδή, τα άμεσα αγαθά που χρειάζεται η κοινωνία. Ορισμένα από αυτά τα βασικά αγαθά δεν χρειάζονται δύσκολες και περίπλοκες διαδικασίες για την παραγωγή τους. Για τη διάθεση των αγαθών αυτών, λύση αποτελεί η σύσταση διαφόρων κοινωνικών συνεταιρισμών, οι οποίοι μπορούν να αναπτύξουν και ειδικές καλλιέργειες με ποιοτικά προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας. Το εγχείρημα αυτό μπορεί να συμβάλλει στη μεταστροφή νέων ανθρώπων και επιστημόνων προς την αγροτική οικονομία, δίνοντας στο επάγγελμα του αγρότη ιδιαίτερη σημασία και νέο κοινωνικό περιεχόμενο.
Μία νέα μορφή γεωργικής εκμετάλλευσης, η Κοινωνικά Υποστηριζόμενη Γεωργία (CSA), έρχεται ως εναλλακτική πρόταση στην παραγωγή και διάθεση των αγροτικών προϊόντων στην αγορά. Εμφανίζει μεγάλο ενδιαφέρον σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς οι αγρότες και οι καταναλωτές αναπτύσσουν στενή συνεργασία βασισμένη στην αμοιβαία εμπιστοσύνη. Αποτελεί ένα σχετικά νέο κοινωνικοοικονομικό μοντέλο παραγωγής τροφίμων, πώλησης και διανομής αγροτικών προϊόντων.
Η Κοινωνική Γεωργία έχει ως σκοπό τη δημιουργία οικολογικών και κοινωνικά «δίκαιων» καλλιεργειών. Οι παραγωγοί οφείλουν να χτίσουν το οικοδόμημα της εμπιστοσύνης προς τους καταναλωτές, οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να συνεισφέρουν στη διαδικασία της παραγωγής. Είτε με το να χρηματοδοτήσουν εξαρχής τον προϋπολογισμό μιας γεωργικής εκμετάλλευσης για το σύνολο της παραγωγικής περιόδου, είτε με το να συμμετέχουν ενεργά στις διαδικασίες της καλλιέργειας. Έτσι, προμηθεύονται γεωργικά προϊόντα σε τακτά χρονικά διαστήματα και συναποφασίζουν για το ποια προϊόντα ενδιαφέρουν, ποια καλλιεργητική μέθοδος θα εφαρμοστεί και σε ποια τιμή πώλησης, καθότι εξαλείφεται το κόστος διανομής. Αυτό το είδος ρύθμισης ονομάζεται επιμερισμός σοδειάς ή σύστημα καλαθιού.
Η παραγωγή των τροφίμων πραγματοποιείται σύμφωνα με τις αρχές της βιολογικής γεωργίας ή ακόμα και της βιοδυναμικής (μορφή βιολογικής γεωργίας με έμφαση στις κοινωνικές δυνάμεις). Η Κοινωνική Γεωργία εστιάζει συνήθως σε ένα σύστημα εβδομαδιαίας διανομής λαχανικών, ενίοτε λουλουδιών, φρούτων, βοτάνων, αλλά ακόμη και γάλακτος ή προϊόντων κρέατος σε ορισμένες περιπτώσεις. Οι παραγωγοί διασφαλίζουν τους απαραίτητους πόρους, τόσο για τις καλλιεργητικές τους δραστηριότητες, όσο και για τη διαβίωσή τους, χωρίς μεσάζοντες, προσφέροντας στους καταναλωτές τρόφιμα υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Μια συγκεκριμένη πρόταση εφαρμογής είναι:
Η δημιουργία δημοτικών αλληλέγγυων αγορών στους Δήμους στο γενικότερο πλαίσιο του δίκαιου εμπορίου, σε όλα τα μεγάλα αστικά κέντρα με την εξασφάλιση της συνεργασίας για προμήθειες από αγροτικούς Δήμους – συνεταιρισμούς και ενώσεις παραγωγών, χωρίς μεσάζοντες και με την υποστήριξη καταναλωτικών οργανώσεων, ώστε να αναπτυχθεί ένας βιώσιμος θεσμός ανταλλαγών, εξασφαλίζοντας έτσι πολύ μικρότερο κόστος για τους καταναλωτές και παράλληλα οφέλη για τους παραγωγούς.
Η ενίσχυση της κοινωνικά υποστηριζόμενης Γεωργίας και των κοινωνικών αγροκτημάτων αποτελεί προϋπόθεση για την υλοποίηση του παραπάνω σκοπού.

Κοινωνικά αγροκτήματα: Μια από τις προτάσεις του Πανελλήνιου Παρατηρητηρίου οργανώσεων της κοινωνίας πολιτών για την αντιμετώπιση της ανεργίας και της ανθρωπιστικής κρίσης που έγινε προς το Υπουργείο Γεωργίας και Εργασίας στα τέλη του 2012, είναι η δημιουργία «κοινωνικών αγροκτημάτων» σε συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση.
Το βασικό σκεπτικό της πρότασης ήταν ότι, αντί οι πόροι του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου να δαπανώνται στη γνωστή «βιομηχανία σεμιναρίων» χωρίς κανένα πρακτικό παραγωγικό αποτέλεσμα και στα πεντάμηνα προγράμματα του Ο.Α.Ε.Δ. για εργασίες στους Δήμους χωρίς συγκεκριμένο αντικείμενο έργου, να κατευθυνθεί μέρος των πόρων αυτών προς την κοινωνική γεωργία και ειδικότερα για την καλλιέργεια «κοινωνικών αγροκτημάτων».
Τα «κοινωνικά αγροκτήματα» μπορούν να αναπτυχθούν σε εκτάσεις που μένουν ακαλλιέργητες και που είναι διαθέσιμες από το δημόσιο, από Δήμους, μοναστηριακές ιδιοκτησίες ή και από κοινωνικούς συνεταιρισμούς.
Τα παραγόμενα προϊόντα μπορούν να διατίθενται επίσης σε κοινωνικές δομές κατά της φτώχειας, κοινωνικά παντοπωλεία-σουπερ μάρκετ και εστιατόρια. Επίσης, μπορούν να απορροφηθούν χωρίς μεσάζοντες από δημοτικές αλληλέγγυες αγορές. Το όλο εγχείρημα εντάσσεται στις εφαρμοσμένες πρακτικές κοινωνικής οικονομίας που αναπτύσσονται στην Ευρώπη. Παράλληλα αυτό θα είναι ένα πεδίο δράσης για μικρούς κοινωνικούς συνεταιρισμούς που θα εξειδικεύονται σε ποιοτικά προϊόντα διατροφής και αρωματικά φυτά και θεραπευτικά βότανα που ευδοκιμούν στην Ελλάδα με εξαιρετικές ιδιότητες. Ακριβώς γι’ αυτές τις ποιοτικές ιδιότητες μπορούν να γίνουν και διακρατικές συνεργασίες με συνεταιρισμούς στην Ευρώπη.
Ακόμη, το εγχείρημα των κοινωνικών αγροκτημάτων, μπορεί γενικότερα να συμβάλει στην στροφή νέων ανθρώπων προς την αγροτική οικονομία δίνοντας στο επάγγελμα του αγρότη ιδιαίτερη σημασία και νέο κοινωνικό περιεχόμενο στις συνθήκες του 21ου αιώνα. Αναφορικά με τις κοινωνικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις ενδεχομένως υπάρχουν φόβοι και αναστολές.
Η ελληνική παράδοση των συνεταιρισμών έχει πολλές αρνητικές όψεις, ακριβώς επειδή συνδέθηκε με την κρατικοδίαιτη αντίληψη και εν μέρει με τη λαφυραγωγία του κράτους. Το πλαίσιο της κοινωνικής οικονομίας στο οποίο εντάσσεται η πρωτοβουλία των κοινωνικών αγροκτημάτων δεν έχει να κάνει σε τίποτε με αυτή την παράδοση. Πρόκειται για πρωτοβουλία που εντάσσεται μέσα στους θεσμούς αλληλεγγύης των οργανώσεων της κοινωνίας πολιτών και στην έμπρακτη συμμετοχή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, όχι για να προσλάβει νέους δημοτικούς υπαλλήλους, καλλιεργητές, αλλά για να προσφέρει ανενεργούς, ανεκμετάλλευτους φυσικούς πόρους και υποδομές που είναι στη διάθεσή της, προκειμένου να παραχθούν αγαθά και προϊόντα. Άλλος σκοπός των κοινωνικών αγροκτημάτων είναι να προσφέρουν τη δυνατότητα σε πολίτες άνεργους ή χαμηλοσυνταξιούχους να καλλιεργούν τα δικά τους προϊόντα. Για παράδειγμα, μπορούν να μετατρέπουν εγκαταλειμμένα αγροτεμάχια σε μικρούς κοινωνικούς λαχανόκηπους, η χρήση των οποίων μπορεί να παραχωρηθεί σε ευαίσθητες κοινωνικά ομάδες.

Δημοτικοί ή αστικοί λαχανόκηποι είναι μικρά τεμάχια γης εντός ή περιαστικά των πόλεων, παραχωρημένα εκ μέρους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης έναντι συμβολικού ή όχι ενοικίου στους κατοίκους της περιοχής, για την καλλιέργεια φρούτων και λαχανικών του νοικοκυριού τους.
Οι κοινωνικοί λαχανόκηποι μπορεί επίσης να είναι παραχωρημένες εκτάσεις είτε από δήμους, είτε από ιδιώτες σε διάφορους κοινωνικούς φορείς οι οποίοι σε συνεργασία με εργαζόμενους σε κοινωφελείς σκοπούς και εθελοντές, τις καλλιεργούν με σκοπό τη διάθεση των προϊόντων σε οργανώσεις ή συλλόγους με φιλανθρωπικό έργο (κοινωνικά παντοπωλεία, συσσίτια).
Η παραχώρηση των εκτάσεων γίνεται από τους δήμους σε μεμονωμένους δημότες, με σκοπό την καλλιέργειά τους με εποχικά κηπευτικά ή αρωματικά φυτά για δική τους χρήση. Η επιλογή των δικαιούχων συνήθως γίνεται με κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια, δηλαδή, προηγούνται οι άνεργοι, οι πολύτεκνοι και πολίτες με χαμηλά ή μηδαμινά εισοδήματα. Οι καλλιεργητές λαμβάνουν τακτικά οδηγίες και συμβουλές από τους γεωπόνους των δήμων.
Οι κοινωνικοί λαχανόκηποι, εκτός από τους φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, μπορεί να παραχωρηθούν κι από ιδιώτες που διαθέτουν ακαλλιέργητες εκτάσεις, συνήθως εντελώς δωρεάν. Υπεύθυνοι για την καλλιέργειά τους είναι, ως επί το πλείστον, εργαζόμενοι σε προγράμματα κοινωφελούς εργασίας αλλά και εθελοντές. Τα παραγόμενα προϊόντα, στην πλειοψηφία τους, διατίθενται δωρεάν σε οικονομικά και κοινωνικά αδύναμες ομάδες ανθρώπων, όπως για παράδειγμα σε γηροκομεία, ορφανοτροφεία και σε άπορους.
Απαραίτητη προϋπόθεση και στις δύο περιπτώσεις είναι η καλλιέργεια των λαχανικών σύμφωνα με τις αρχές και τους κανόνες της βιολογικής γεωργίας.

κοινωνική οικονομία στον τομέα της υγείας: Στα σημερινά προβλήματα που παρουσιάζει το σύστημα της υγείας στη χώρα μας, η λύση μπορεί να δοθεί σίγουρα και μέσω της κοινωνικής οικονομίας. Σε μια εποχή που η φτώχεια και η ανέχεια έχουν έρθει στο προσκήνιο, τα κοινωνικά φαρμακεία και τα κοινωνικά ιατρεία των Δήμων, κινούμενα από μια ισχυρή πρωτοβουλία αλληλεγγύης, περιθάλπουν εκατοντάδες άπορους πολίτες. Μάλιστα, τα κοινωνικά φαρμακεία σε σύμπραξη με αγροτικές Κοιν.Σ.Επ. μπορούν να παρασκευάζουν φυτικά φάρμακα και καλλυντικά από βιολογικές καλλιέργειες και να τα διανέμουν είτε δωρεάν είτε με ένα συμβολικό αντίτιμο.
Στον τομέα της υγείας, δραστηριοποιούνται κοινωνικές επιχειρήσεις και συνεταιρισμοί για τη φροντίδα ηλικιωμένων και ομάδων με ειδικά προβλήματα υγείας. Επίσης, έχουν δημιουργηθεί εταιρείες παροχής υπηρεσιών για προσπελάσιμα συστήματα μεταφορών, όπως εταιρείες ταξί και λεωφορείων, καθώς και τεχνικές εταιρίες με εξειδίκευση στην κατασκευή προσπελάσιμων χώρων (κυρίως για άτομα με ειδικές ανάγκες). Τέλος, δραστηριοποιούνται εταιρείες πληροφορικής - παροχής εξειδικευμένων υπηρεσιών για αναπήρους, ηλικιωμένους, κ.ά.
Αναφορικά με τις κοινωνικές υπηρεσίες στους Δήμους η πρόταση είναι: η δημιουργία Κοινωνικών επιχειρήσεων Κοιν.Σ.Επ στους τομείς που ενδιαφέρει τους συνεργαζόμενους Δήμους, όπως π.χ. για παιδικούς - βρεφονηπιακούς σταθμούς, Κοιν.Σ.Επ για αδύναμες κοινωνικές ομάδες, ηλικιωμένους, ΑΜΕΑ, αστέγους κ.α., εξασφαλίζοντας μικρότερο ετήσιο κόστος για τους Δήμους και καλύτερες υπηρεσίες απαλλάσσοντας σε μεγάλο βαθμό τους Δήμους από τη χαμηλή απόδοση της δημοσιοϋπαλληλικής νοοτροπίας.

Αυτοδιαχειριζόμενα Ταμεία Υγείας

Η ίδρυση της Ο.Α.Τ.Υ.Ε., το 1996, αποτελεί την πρώτη οργανωτική σύνδεση Ταμείων Υγείας και την πρώτη Ομοσπονδία Αυτοδιαχειριζόμενων Ταμείων Υγείας στην Ελλάδα. Είναι Ν.Π.Ι.Δ. μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, μέλη του οποίου αριθμούν περίπου 110.000 ασφαλισμένους και 1.000 εργαζόμενους. Τα τέσσερα Ταμεία Υγείας που συνδέθηκαν, λειτουργούν με βάση το αυτοδιαχειριζόμενο πρότυπο, όπου τα μέλη τους σε τακτά χρονικά διαστήματα εκλέγουν τη Διοίκηση, που διαχειρίζεται τους υλικούς και ανθρώπινους πόρους των Ταμείων. Παρέχουν στα μέλη τους υπηρεσίες περίθαλψης υγείας, πλήρη ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή περίθαλψη και διαθέτουν δε πολύχρονη πείρα στον τομέα της Προληπτικής Ιατρικής. Δε λαμβάνουν κοινωνικούς πόρους από το Κράτος, είναι μη κερδοσκοπικά, αυτοδιοικούμενα και λειτουργούν με κύριο γνώμονα τις αξίες της αλληλοβοήθειας και της αλληλεγγύης.
Από τους βασικούς στόχους για την Ομοσπονδία αποτελούν τόσο η ανάπτυξη μιας ουσιαστικής σχέσης εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας ανάμεσα σε γιατρό και ασθενή, όσο και η αντιμετώπιση του φαινομένου της «πολυφαρμακίας» και της αλόγιστης χρήσης φαρμάκων, αλλά και της κατάχρησης των ιατρικών υπηρεσιών γενικότερα.
Τα τέσσερα Ταμεία προσφέρουν πρωτοβάθμια ιατρική φροντίδα στα σύγχρονα εξοπλισμένα ιατρεία τους, τα μικροβιολογικά και ακτινοδιαγνωστικά εργαστήρια, καθώς και τα φυσικοθεραπευτήρια που διατηρούν στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Καλύπτουν επίσης τη νοσηλεία των ασφαλισμένων τους σε όλα τα δημόσια νοσοκομεία και σε συμβεβλημένα ιδιωτικά θεραπευτήρια.
Στο κομμάτι της περίθαλψης υγείας, ένα ευρωπαϊκό καταστατικό για τα Αυτοδιαχειριζόμενα Ταμεία Υγείας θα σημάνει τη λύση, που θα ενώσει πραγματικά εκατομμύρια Ευρωπαίους και θα ενοποιήσει την παροχή φροντίδας, εφόσον θα συμβάλει στη διατήρηση και την ενίσχυση της αλληλεγγύης, στην αύξηση της αποτελεσματικότητας των συστημάτων υγείας και στην τοποθέτηση της πρόληψης στο επίκεντρο των δράσεων για την Υγεία, στο πλαίσιο της Ε.Ε.

Κοινωνικά Ιατρεία - Φαρμακεία

Σκοπός των κοινωνικών ιατρείων είναι η παροχή πρωτοβάθμιας περίθαλψης και φροντίδας υγείας σε ανασφάλιστους πολίτες - Έλληνες και μετανάστες - και κοινωνικά αποκλεισμένους, άπορους και μακροχρόνια ανέργους. Σε άτομα δηλαδή που δεν έχουν τη δυνατότητα να ασφαλιστούν και δεν μπορούν να πληρώσουν το σύνολο του κόστους της θεραπείας τους ή των εξετάσεών τους. Κατά περίπτωση, δύναται να εξασφαλίζεται δωρεάν και η δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια περίθαλψη, νοσηλεία και αποκατάσταση.
Οι ιατροί εξετάζουν τους ασθενείς δωρεάν. Επίσης, τα φάρμακα συλλέγονται είτε από δωρεές, είτε από πολίτες, που μπορούν να προσκομίσουν φαρμακευτικό υλικό, το οποίο δε χρειάζονται. Τέλος, οποιοσδήποτε μπορεί να εργαστεί εθελοντικά για τη λειτουργία του εκάστοτε κοινωνικού ιατρείου, για παράδειγμα στη γραμματειακή υποστήριξη ή την καθαριότητα χώρου κ.τ.λ.

κοινωνική οικονομία στο τομέα της μεταποίησης:

Η βιοτεχνική παραγωγή στην Ελλάδα, εξαιτίας της υψηλής ανταγωνιστικότητας των γύρω χωρών της βαλκανικής, της Τουρκίας και των ασιατικών χωρών, έχει δραματικά συρρικνωθεί, επιτρέποντας υψηλά κέρδη στους εισαγωγείς και ασήμαντα στους βιοτέχνες. Ωστόσο, υπάρχει πάντα ζήτηση στα αυθεντικά Ελληνικά προϊόντα. Είναι όμως απαραίτητο περιοριστεί το κόστος διαμεσολάβησης και τα υψηλά ασφάλιστρα στη χώρα μας, κάτι που μόνο μέσα από την συνεταιριστική οργάνωση της εργασίας μπορεί να επιτευχθεί.
Στόχος τους είναι να προάγουν το τοπικό και συλλογικό συμφέρον, την προώθηση της απασχόλησης, την ενδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής και της τοπικής ή περιφερειακής ανάπτυξης. Σε αυτές δραστηριοποιούνται ως επί το πλείστον άνεργοι νέοι επιστήμονες, οι οποίοι μπορούν να προσφέρουν τα μέγιστα στην παραγωγή τοπικών προϊόντων και στην παροχή υπηρεσιών σε τομείς όπως ο πολιτισμός, το περιβάλλον, η οικολογία, η εκπαίδευση, οι παροχές κοινής ωφέλειας, η αξιοποίηση τοπικών προϊόντων, η διατήρηση παραδοσιακών δραστηριοτήτων και επαγγελμάτων κ.ά.
Οι κοινωνικοί συνεταιρισμοί μπορούν να αναπτύξουν οποιεσδήποτε δραστηριότητες, καλύπτοντας ολόκληρο το φάσμα της παραγωγής, της μεταποίησης, αλλά και της εμπορίας αγροτικών προϊόντων, καταναλωτικών προϊόντων, κτηνοτροφικών προϊόντων, προμήθειας και εμπορίας γεωργικών εφοδίων, καθώς και της κατασκευής, προμήθειας και εμπορίας μέσων αγροτικής παραγωγής και παροχής υπηρεσιών κ.ά.
Αναφορικά με την προώθηση προϊόντων και υπηρεσιών των Κοιν.Σ.Επ και των Αναπτυξιακών Συμπράξεων, ο σχεδιασμός προβλέπει τη δημιουργία ενός θεσμικού εργαλείου τοπικών και περιφερειακών εκθέσεων. Εκεί θα προβάλλονται και θα προωθούνται από κοινού τα τοπικά προϊόντα και υπηρεσίες, οι φορείς κοινωνικής οικονομίας, οι συνεταιρισμοί, οι πρωτοβουλίες πράσινης ανάπτυξης και τα βιολογικά προϊόντα της κάθε περιοχής.
Οι εκθέσεις αυτές θα συνενώνουν δράσεις κοινωνικών συμπράξεων, κοινωνικής εταιρικής ευθύνης, τοπικά προϊόντα ποιότητας, βιολογικά προϊόντα, δράσεις αγροτουρισμού ή οικοτουρισμού και θα αναδεικνύουν κοινωφελή προγράμματα και υπηρεσίες στον τομέα της υγείας και της ανθρωπιστικής βοήθειας.

κοινωνική οικονομία στο τομέα του τουρισμού: Κοινωνικός τουρισμός - Αγροτουρισμός

Στον τομέα του τουρισμού υπάρχουν πρόσθετες δυνατότητες, τόσο λόγω του φυσικού πλούτου της χώρας μας και της φυσικής της ομορφιάς, όσο κυρίως λόγω της πολιτιστικής της κληρονομιάς, η οποία είναι επιτακτική ανάγκη να αναδειχθεί με ποικίλους τρόπους. Παράλληλα, η ελληνική ύπαιθρος έχει όλες τις προϋποθέσεις να αναπτύξει δράσεις αγροτουρισμού στη λογική των πολλαπλών καλλιεργειών και την εφαρμογή βιολογικών μεθόδων σε όλα τα στάδια παραγωγής. Με αυτή τη συμπληρωματικότητα θα ενισχυθεί το συνολικό τουριστικό προϊόν, που βασίζεται στην πολυθεματικότητα. Ως έννοια, ο αγροτουρισμός είναι συνδεδεμένος με την επαφή των επισκεπτών μιας τουριστικής μονάδας με την παραγωγή του αγροκτήματος. Μπορεί να περιλαμβάνει μια σειρά από ενδεικτικές δραστηριότητες, όπως:
Συμμετοχή σε αγροτικές δραστηριότητες εντός του κτήματος που περιλαμβάνει η αγροτουριστική μονάδα (μάζεμα φρούτων, τρύγος κ.α.).
Έμπρακτη και όχι απλά θεωρητική εκπαίδευση σε αγροτικά και περιβαλλοντικά θέματα.
Εφαρμογή συγκεκριμένων μεθόδων αειφορικής διαχείρισης του αγρο-οικοσυστήματος (βιολογική γεωργία, βιοδυναμική καλλιέργεια κ.α.)
Μια πολύ καλή επιχειρηματική πρόταση στον τομέα του κοινωνικού τουρισμού αφορά στην ψηφιοποίηση του πολιτιστικού περιεχομένου, των μύθων, των μνημείων και της ιστορίας της χώρας, δραστηριότητες που μπορούν να ενισχύσουν όλες τις εναλλακτικές μορφές τουρισμού.
Η διατήρηση δηλαδή της πολύτιμης πληροφορίας που περιέχουν αντικείμενα, από τα οποία όμως άλλα καταστρέφονται από τη φθορά του χρόνου ή από κάποιο συμβάν και άλλα αλλοιώνονται. Υπάρχει ένα πλήθος από άυλα πολιτιστικά αγαθά, όπως παραδόσεις και μύθοι, που σβήνουν στο πέρασμα του χρόνου. Η ψηφιοποίηση δημιουργεί ψηφιακά υποκατάστατα των υλικών και άυλων αγαθών, περισώζοντας την πολύτιμη πληροφορία που περιέχουν.
Συγκεκριμένα, επιτυγχάνονται οι ακόλουθοι σημαντικοί στόχοι:
Η ενίσχυση του ρόλου που έχει το πολιτιστικό αγαθό, αφού η αντίστοιχη πληροφορία μπορεί να ανευρεθεί πιο εύκολα και συνδυασμένα από διαφορετικές πηγές,
η προβολή των πολιτιστικών αγαθών μέσα από το Διαδίκτυο, αλλά και με την παραγωγή ηλεκτρονικών εκδόσεων (CD, DVD, εφαρμογές, αφιερώματα), τα οποία διανέμονται σε διάφορες παρουσιάσεις/εκδηλώσεις ή σε σημεία τουριστικής προσέλκυσης,
η οικονομική ανάπτυξη μέσω και της προβολής των πολιτιστικών αγαθών και της διανομής του πολιτιστικού περιεχομένου σε αχανείς αγορές.
Μια άλλη πρόταση αποτελεί η δημιουργία θεματικών πάρκων σε διάφορους Δήμους της χώρας μας, στα πλαίσια της πράσινης επιχειρηματικότητας. Μπορούν να δημιουργηθούν, ανάλογα με τους διαθέσιμους πόρους, πάρκα θηραμάτων, πάρκα νερού, πάρκα βιολογικής γεωργίας και κτηνοτροφίας, πάρκα αγροτουρισμού κ.ο.κ. Σημαντικό κίνητρο για τη θερμή υποδοχή της δράσης από την τοπική κοινωνία και την πλήρη αναστροφή της φθίνουσας πορείας της απασχόλησης και της παραγωγής στις περιοχές μιας τέτοιας παρέμβασης, είναι ακριβώς η τουριστική και πολιτιστική αναβάθμιση της περιοχής. Με αυτή τη δομή, το σχέδιο αξιοποιεί το κοινωνικό κεφάλαιο της περιοχής και διευκολύνει την εισροή οικονομικού κεφαλαίου και τη βιωσιμότητα της επένδυσης στη συνέχεια.
Η αξιοποίηση όλων των φυσικών συγκριτικών πλεονεκτημάτων μιας περιοχής βασίζεται στην έξυπνη διαχείριση των ανθρώπινων πόρων, μέσα από τις κοινωνικές αναπτυξιακές συμπράξεις, που εξασφαλίζουν τη συμμετοχικότητα της τοπικής κοινωνίας στην κοινωνική επιχειρηματικότητα. Οι καλές πρακτικές της κοινωνικής επιχειρηματικότητας αποτελούν τα βασικά εργαλεία κινητοποίησης των ανθρώπινων πόρων στο επίπεδο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και παράλληλα διατηρήσιμο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για την τοπική κοινωνία.

Ο βιοτουρισμός ως τομέας δράσης της Κοινωνικής Οικονομίας αφορά τη σύνθεση του βιοτουριστικού προϊόντος, το οποίο αναλύεται και παρουσιάζεται μέσα από το σύνολο της ζωής και της δράσης, τα φυσικά και πολιτιστικά διαθέσιμα της εκάστοτε περιοχής, τη βιοποικιλότητα, τη γεωμυθολογία, την τοπική αρχιτεκτονική, την αγροτική και πολιτιστική κληρονομιά και την τοπική ιστορία. Παράλληλα, μέσα από τη συμμετοχή για την προστασία και ανάδειξη του περιβάλλοντος, από τα παραγωγικά διαθέσιμα της περιοχής και τις αντίστοιχες δραστηριότητες (αγροτικές ασχολίες – παραγωγή/συσκευασία τοπικών προϊόντων), καθώς και από το σύνολο των υπαίθριων δραστηριοτήτων που μπορεί να έχει κάθε επισκέπτης.
Ο βιοτουρισμός ως προϊόν προκύπτει ως προσφερόμενη τουριστική εμπειρία στον επισκέπτη, που συνθέτει το σύνολο της ζωής του τόπου και των δραστηριοτήτων που αναπτύσσονται στο πλαίσιο του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος της περιοχής.
Όλες οι μορφές θεματικού τουρισμού, ως αλληλοσυμπληρούμενες δράσεις, προσφέρουν μια συνολική κοινωνική εμπειρία. Η ολοκληρωμένη, άρα, κοινωνική εμπειρία στην περιοχή, η επαφή με τους ανθρώπους και τις δραστηριότητές τους και η συμμετοχή στα δρώμενα της περιοχής συνθέτουν το βιοτουριστικό προϊόν.
To ζητούμενο του βιοτουριστικού προϊόντος είναι οι τουρίστες που επισκέπτονται την περιοχή να βιώσουν έναν πιο φυσικό και φιλόξενο τρόπο ζωής από αυτόν που έχουν συνηθίσει και επομένως να βρουν ένα λιγότερο μολυσμένο περιβάλλον, εξυπηρετικούς επιχειρηματίες και προσωπικό, φιλόξενους ανθρώπους και γενικά μια εναλλακτική συνολική τουριστική προσφορά.
Για να επιτευχθεί αυτό, το κεφάλαιο της περιοχής, το οποίο συναποτελούν η ιστορία, ο πολιτισμός, η αγροτική και κοινωνική κληρονομιά και η ποικιλότητα των δραστηριοτήτων πρέπει να υποστηρίζεται ως κοινή και μοναδική αξία και να εκτιμάται ως η ισχυρότερη οικονομική κατευθυντήρια γραμμή, αναδεικνύοντας την αξία του ολιστικού βιώματος.
Το κοινωνικό κεφάλαιο μιας περιοχής που συνίσταται στη συνεργασία και την υποστήριξη μιας οικονομικής δραστηριότητας, όπως είναι ο τουρισμός, εξετάζεται εδώ ως ο παράγοντας που συντελεί στη δημιουργία προστιθέμενης αξίας στην περιοχή και στη συμμετοχή του ανενεργού ανθρώπινου δυναμικού.
Ο βιοτουρισμός λοιπόν, σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, είναι στάση ζωής, σεβασμός για το περιβάλλον και προσφέρεται ως ολιστικό προϊόν κοινωνικής εμπειρίας.
Είναι στην ουσία ο πολυθεματικός τουρισμός, που συνδέει τον οικοτουρισμό, αγροτουρισμό, πολιτιστικό, ιστορικό, θρησκευτικό, γαστρονομικό τουρισμό με τη συμμετοχή και την κοινωνική εμπειρία. Προϋποθέτει την κοινωνική συμμετοχή στις δραστηριότητες των εναλλακτικών μορφών τουρισμού, όπως εξερευνήσεις, κολύμπι, φωτογραφία, ορειβασία, πεζοπορία (trekking), ποδήλατο βουνού (mountain bike), χειμερινό σκι κ.α. Προσδιορίζει τη διαφοροποίηση του προϊόντος, ενισχύοντας τις δραστηριότητες αυτές με παραγωγικές δράσεις της Κοινωνικής Οικονομίας. Η Κοινωνική Οικονομία δίνει ένα συμπληρωματικό βασικό συστατικό στο προϊόν, επεκτείνοντας το κοινωνικό επιχειρείν και marketing. Κινητοποιεί ανθρώπινους πόρους και κοινωνικό κεφάλαιο της περιοχής. Πέρα από τους επαγγελματίες τουρισμού, την ίδια την τοπική κοινωνία που διαμορφώνει δρώμενα, εκδηλώσεις συμμετοχής, εκθέσεις, πανηγύρια κτλ., που προσδίδουν στον τουρισμό ποιότητα, χωρίς να αυξάνουν το κόστος του προϊόντος.

Στο εμπόριο και στο ηλεκτρονικό εμπόριο υπάρχουν πολλά επιτυχημένα παραδείγματα με κοινωνικά supermarket, κοινωνικά παντοπωλεία και κάθε είδους καταναλωτικοί συνεταιρισμοί που δημιουργούν επιπλέον απασχόληση και κοινωνική προσφορά. Το ηλεκτρονικό εμπόριο επίσης μέσα από τους κοινωνικούς συνεταιρισμούς προσφέρει νέες δυνατότητες για μικρούς παραγωγούς ακόμη και σε απομακρυσμένες περιοχές να διαθέσουν τα προϊόντα τους.


κοινωνική οικονομία  επιμόρφωσης-δια βίου μάθηση:
Οι δομές δια βίου μάθησης ως άξονες δράσης θα πρέπει να ανταποκριθούν σε ένα Η δια βίου μάθηση συνδέεται με την ανάπτυξη της Κοινωνικής Οικονομίας από την άποψη ότι η πολυπλοκότητα του αντικειμένου απαιτεί διαρκή επιμόρφωση και συνειδητοποίηση των θεσμικών κανόνων μέσα στους οποίους λειτουργεί.
Καταρχάς, θα πρέπει να ορίσουμε ότι η «δια βίου μάθηση» είναι μία μακροχρόνια διαδικασία, που ξεκινάει από τη γέννηση του ανθρώπου και συνεχίζει σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Υπό αυτή την έννοια, δια βίου μάθηση δεν είναι ούτε τα Ι.Ε.Κ. ούτε τα σχολεία δεύτερης ευκαιρίας. Δεν ταυτίζεται με την σχολική μάθηση, αλλά είναι μια ξεχωριστή διαδικασία, που συνδυάζεται περισσότερο με τη μάθηση μέσα από την εργασία ή και τον εθελοντισμό. Αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα είναι μια διαστροφή του όρου και της πρακτικής της διεργασίας σχετικά με τη δια βίου μάθηση.
Ο επίσημος ορισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη δια βίου μάθηση αναφέρεται σε: «Κάθε μαθησιακή δραστηριότητα η οποία αναλαμβάνεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής με σκοπό τη βελτίωση των γνώσεων, των δεξιοτήτων και των εφοδίων, στο πλαίσιο μιας προσωπικής, κοινωνικής οπτικής και/ή μιας οπτικής που σχετίζεται με την απασχόληση» (European Commission, Com (2001).
Από φιλοσοφική άποψη, ο όρος “δια βίου μάθηση” αναφέρεται σε μια φιλοσοφική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η εκπαίδευση θεωρείται ως το πιο κατάλληλο και αστείρευτο μέσο για διαρκή προσωπική βελτίωση και επαγγελματική εξέλιξη. Ο όρος αυτός καλύπτει κυρίως τη βιωματική μάθηση στην εργασία, τον πολιτισμό, καθώς και τη συμμετοχή στα κοινά, στην εφαρμογή νέων τεχνολογιών αλλά και την άσκηση στην τέχνη και τον εθελοντισμό.
Στη σύγχρονη πρακτική, ενώ η δια βίου μάθηση εκθειάζεται, στην ουσία ακυρώνεται από ένα γραφειοκρατικό σύστημα με «κούφια» πτυχία. Επιπροσθέτως, ενώ εξελίσσεται τα τελευταία 20 χρόνια στην Ελλάδα, δεν έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα, διότι εκτρέπεται από τον πραγματικό της στόχο που είναι η δια βίου μάθηση μέσα από την εργασία και όχι σε κάποιο σχολείο αποκομμένο από την παραγωγή. Η διαστροφή βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι η δια βίου μάθηση γίνεται στα δημόσια σχολεία, ενώ θα έπρεπε ρητά να απαγορεύεται να γίνεται σε αυτά. Η εκτροπή είναι προκλητική και σκόπιμη για να εξυπηρετηθούν συγκεκριμένα συμφέροντα από τη διάθεση των πόρων. Αυτή η γενιά προείσπραξε τα χρήματα της επόμενης γενιάς, κάτι που είναι μια πρωτοφανής ιστορική απάτη. Οι πόροι για τη δια βίου μάθηση, λοιπόν, «πετιούνται» στη μαύρη τρύπα ενός αδηφάγου δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος που, στους τομείς τουλάχιστον των οικονομικών και της διοίκησης, κατασκευάζει πτυχία χωρίς αντίκρισμα στην πραγματική οικονομία.
Αντίθετα, η δια βίου μάθηση δύναται να εφαρμοστεί σε πολυπληθείς τομείς: π.χ. ως μάθηση στην επιχειρηματικότητα, στην συνεργατική οργάνωση, σε νέα προϊόντα και υπηρεσίες όπου πραγματικά υπάρχει ανάγκη, στην παραγωγικότητα, στη δικτύωση, στην υγιεινή διατροφή, στα ζητήματα της πόλης και το περιβάλλον, στην κηποτεχνική, στη μαγειρική, στη διαδικασία e-learning, στη δημοσιογραφία πολιτών καθώς και σε πολλούς άλλους τομείς.
ολοκληρωμένο επικοινωνιακό σύστημα με ψηφιακό επιμορφωτικό περιεχόμενο χρηστικής ενημέρωσης και συμβουλευτικής, με διαθέσιμους επιμορφωτές και συμβούλους σε στοχευμένους τομείς.
Έχοντας βάση το αντίστοιχο εκπαιδευτικό υλικό, είναι σκόπιμο να πραγματοποιηθούν μαθήματα με σεμινάρια και workshops, τα οποία θα στηριχθούν σε εκπαιδευτικά πακέτα ανά ενότητα των θεματικών της Κοινωνικής Οικονομίας. Τα μαθήματα δεν μπορούν να γίνονται από άλλους εκπαιδευτικούς φορείς, αλλά από τις ίδιες τις κοινωνικές συμπράξεις και τα περιφερειακά παρατηρητήρια.
Τα εκπαιδευτικά πακέτα οφείλουν να ανταποκρίνονται στη δόμηση ρητής γνώσης για την κοινωνική οικονομία και την επιχειρηματικότητα και να δημιουργούν κυψέλες γνώσης στις περιφερειακές δομές στήριξης. Να προσφέρονται ως εκπαιδευτικό υλικό όχι μόνον για τους συμβούλους, αλλά να κοινοποιούνται μέσω του συστήματος της τηλεμάθησης, που μπορεί να λειτουργεί ως ανοικτό Λαϊκό πανεπιστήμιο για την κοινωνική οικονομία.
Η μείωση του κόστους των συναλλαγών, που είναι βασικός όρος της κοινωνικής οικονομίας, πρέπει να ανταποκρίνεται στη μείωση του εκπαιδευτικού κόστους με αντίστοιχη αύξηση της μάθησης, βάσει της κοινωνικοποίησης της γνώσης, στοχεύοντας παράλληλα στη διάδοση γνώσεων μέσω του συνεργατισμού και της δικτύωσης.
Η δημιουργία εγχειριδίων για όλους τους τομείς ανάπτυξης κοινωνικής οικονομίας και για την εξωστρέφεια αυτής της μορφής επιχειρηματικότητας, καθώς και μοντέλα επιχειρηματικών σχεδίων, τα οποία θα είναι διαθέσιμα για κοινωνικούς επιχειρηματίες, με βάση τα οποία θα πραγματοποιούνται και ειδικά σεμινάρια, καθίσταται πλέον απολύτως χρήσιμη.

κοινωνική οικονομία στο περιβάλλον και την πράσινη ανάπτυξη: Η οριζόντια συνεργασία των κοινωνικών δικτύων και των οργανώσεων περιβάλλοντος με τους φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποτελεί το κλειδί για να ευοδωθεί τόσο η υπόθεση της οικοπροστασίας, όσο και η πράσινη επιχειρηματικότητα, που είναι η κινητήρια δύναμη για να έχουμε ένα βιώσιμο αστικό περιβάλλον. Αποτελούν, δηλαδή, δύο αλληλένδετες έννοιες.
Δεν μπορούμε να έχουμε την επιθυμητή προστασία του περιβάλλοντος, όπως, για παράδειγμα, την μείωση της αστικής ατμοσφαιρικής ρύπανσης, εάν δεν κινητοποιήσουμε οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους, μέσω της εξοικονόμησης ενέργειας και της πράσινης ανάπτυξης (το λεγόμενο κοινωνικό κεφάλαιο). Και δεν μπορούμε να κινητοποιήσουμε πόρους και πολιτικές σε ικανό βαθμό, εάν δεν κινητοποιηθούν τοπικές κοινωνίες και Τοπική Αυτοδιοίκηση, για να «καλλιεργήσουν» το έδαφος τόσο της ζήτησης, όσο και της επιχειρηματικότητας προς αυτή την κατεύθυνση.
Ενδεικτικά η ανακύκλωση απορριμμάτων, η κομποστοποίηση, οι πράσινες στέγες, η διαχείριση αστικού πρασίνου και τα βιοκλιματικά κτίρια είναι ορισμένες από τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που μπορούν να αναπτυχθούν, προσαρμόζοντας και υφιστάμενα προγράμματα του Ε.Σ.Π.Α. όπως είναι το «εξοικονομώ» και η «αναζωογόνηση αστικών περιοχών».

Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ανακύκλωση

Η γεωγραφική ανισοκατανομή των ενεργειακών πόρων, του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, είναι το σύνδρομο μέχρι σήμερα μιας παγκόσμιας ιδεολογικής ηγεμονίας, της οικονομικής ολιγαρχίας, που για τη διατήρηση των προνομιών της, θέτει σε κίνδυνο ολόκληρο τον πλανήτη μέσα από ένα σύστημα εξουσίας, το οποίο ελέγχεται από τα μονοπωλιακά συμφέροντα. Αυτό το σύστημα μπορεί να κλονιστεί με τη διάδοση των νέων τεχνολογιών και την κινητοποίηση της κοινωνίας πολιτών, ώστε οι τεχνολογικές κατακτήσεις να κοινωνικοποιηθούν στο αντικείμενο της ενέργειας.
Στην παρούσα ιστορική φάση το αίτημα για δικαιότερη κατανομή των ενεργειακών πόρων δεν είναι μόνο ζήτημα ηθικής επιταγής, αλλά και τρόπος αντιμετώπισης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και φτώχειας. Μια απαίτηση που εκδηλώνεται απέναντι στο παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, αλλά και στα υπερχρεωμένα κράτη που αδυνατούν να καλύψουν τις ζημιογόνες και τοξικές δραστηριότητες του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.
Μπροστά σε αυτά τα ζητήματα η λύση δεν θα βρεθεί μόνο στο πεδίο του κράτους και της αγοράς, αλλά με την αποδοχή της κοινωνικής οικονομίας, για την αυτο-ρύθμιση της οικονομικής προνοιακής πολιτικής.
Οι κοινωνικοί συνεταιρισμοί που δραστηριοποιούνται στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (όπως η αξιοποίηση της ηλιακής ενέργειας μέσω φωτοβολταϊκών συστημάτων, της αιολικής ενέργειας μέσω κατασκευής αιολικών πάρκων κ.ά.) είναι μια από τις πιο ελπιδοφόρες εφαρμογές της κοινωνικής οικονομίας, όχι μόνο γιατί η ενεργή συμμετοχή των πολιτών είναι καθοριστικός παράγοντας για την αντιστροφή των καταστροφικών επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής παγκοσμίως, αλλά και γιατί ο συνδυασμός του συστήματος των εγγυημένων τιμών, με το συνεταιριστικό μοντέλο και τα σωστά χρηματοδοτικά εργαλεία, μπορούν να αποτελέσουν μια ρεαλιστική απάντηση στην κλιμακούμενη οικονομική κρίση και μία δίοδο ανάκαμψης των τοπικών οικονομιών.
Αυτή η στρατηγική θα είναι προς όφελος της κοινωνίας, διότι θα μπορούν να διαμορφωθούν εκατομμύρια θέσεις εργασίας και βιώσιμες οικονομικές δραστηριότητες σε τοπικό επίπεδο, με αποκεντρωμένα συστήματα και με τη συμμετοχή κοινωνικών συνεταιριστικών επιχειρήσεων παραγωγής ενέργειας.
Για παράδειγμα, κοινωνικοί συνεταιρισμοί δραστηριοποιούνται στη διαχείριση απορριμμάτων, αποβλήτων και υδάτινων πόρων. Πιο συγκεκριμένα, μέσω των επιχειρήσεων αυτών, επιτυγχάνεται η προστασία του περιβάλλοντος από αέριους ρύπους, η αξιοποίηση των ανακυκλώσιμων υλικών για την παραγωγή βιομάζας και βιοαερίου, η αφαλάτωση υπογείων και θαλάσσιων υδάτων, η αξιοποίηση επικίνδυνων και μη επικίνδυνων βιομηχανικών αποβλήτων με τη μετατροπή τους σε εναλλακτικό καύσιμο, που είναι βασική πρώτη ύλη για άλλες δραστηριότητες και εμπορεύσιμα παραπροϊόντα κ.ά.

κοινωνική οικονομία Στο ίντερνετ-πληροφορική και την ενημέρωση: Δημοσιογραφία Πολιτών, δικτυότοποι, social Media, bloggers είναι μια άλλη τάξη πραγμάτων στη διαχείριση της επικοινωνίας. Το διαδίκτυο τελικά με τα κοινωνικά δίκτυα είναι το «μέσον» που συμβάλλει καταλυτικά στην συγκρότηση κοινωνικού και διανοητικού κεφαλαίου και με αυτό τον τρόπο η συλλογική δημιουργία αντιπαρέρχεται την αδράνεια που σχεδόν επιβάλλεται από τον οικονομικό αποκλεισμό.
Αυτή η διαδικασία φέρνει μια ανατρεπτική αντίληψη απέναντι σε ένα κυρίαρχο επικοινωνιακό σύστημα, που έχει κάνει «κατάληψη» στο συλλογικό φαντασιακό της κοινωνίας με τον ατομικισμό και τον καταναλωτισμό, προβάλλοντας ως μοναδική αξία την ανταγωνιστικότητα σε όλα τα επίπεδα της μαζικής κουλτούρας.
Με αυτή την έννοια οι κοινωνίες εάν θέλουν να αποτρέψουν τις δυσμενείς εξελίξεις, πρέπει άμεσα να κινητοποιηθούν, να αυτοοργανωθούν και να επιχειρήσουν με νέα αναπτυξιακά εργαλεία επιχειρηματικότητας, όχι σε αντιπαράθεση αλλά συμπληρωματικά, δημιουργώντας νέες συνθήκες, νέα προϊόντα και υπηρεσίες για απασχόληση και αυτοαπασχόληση.
 Σε σχέση με αυτούς που ρωτούν πως θα μπορέσει η κοινωνία να αυτοοργανωθεί και να επιχειρήσει από τα κάτω, αφού οι άνθρωποι από την φύση τους είναι ανταγωνιστικοί, η απάντηση είναι: η ανθρωπότητα επιβίωσε και αναπτύχθηκε για αιώνες πριν την πρώτη και δεύτερη βιομηχανική επανάσταση χωρίς την καθολικότητα της αγοράς, με περιορισμένη παρουσία του κράτους στην παραγωγή και χωρίς παροχή κοινωνικής ασφάλειας.
Σήμερα οι κοινωνίες έχοντας στη διάθεσή τους ασύλληπτες τεχνολογικές δυνατότητες και επιπλέον δυνατότητες οριζόντιας επικοινωνίας και διαρκούς επιμόρφωσης, μπορούν να καλύψουν το κενό που αφήνει η υποχώρηση του κράτους πρόνοιας και δυσλειτουργίες της αγοράς, φθάνει να μπορούν να αυτοδιαχειριστούν τα μέσα παραγωγής και επικοινωνίας.
Το κενό αυτό επίσης μπορεί να καλυφθεί με τις οργανωτικές μορφές παραγωγής της κοινωνικής οικονομίας, που πριν από όλα χρειάζεται ένα συγκροτημένο επικοινωνιακό σύστημα με την συμμετοχή της ολότητας της κοινωνίας πολιτών, όπως σκιαγραφήσαμε στα προηγούμενα κεφάλαια.
Η ομοσπονδιοποίηση των οργανώσεων της κοινωνίας πολιτών, οι κοινωνικές Συμπράξεις, οι Συνεταιρισμοί και οι ενώσεις όλων αυτών είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να αναληφθούν πρωτοβουλίες σημαντικής κλίμακας και να επιβιώσουν οι κοινωνικές επιχειρήσεις σε συνθήκες εξωτερικής ανταγωνιστικότητας.
Απέναντι στις τεχνικές με τις ανθρώπινες μηχανές που χρησιμοποιούν τα αυταρχικά μέσα επικοινωνίας, υπάρχει το οριζόντιο επικοινωνιακό σύστημα που χρησιμοποιεί τα κοινωνικά δίκτυα και όχι τους επαγγελματίες που βρίσκονται σε διατεταγμένη υπηρεσία, αλλά τον εθελοντισμό της κοινωνίας στη διάδοση και διαχείριση γνώσης και πληροφορίας. Αυτό το επικοινωνιακό σύστημα έχει μια άλλη ποιότητα.

κοινωνική οικονομία σε κάθε είδους συμβουλευτικές υπηρεσίες:

Οι κοινωνικές επιχειρήσεις δύνανται να επωφεληθούν από την αναγνώριση της σημασίας του διανοητικού κεφαλαίου. Ακόμη και στις πλέον ώριμες αγορές, οι εταιρείες προσπαθούν να διαφοροποιηθούν στη βάση της διανόησης και να εντάξουν το κεφάλαιο αυτό στην ευρύτερη στρατηγική τους. Το ίδιο ισχύει για τις κοινωνικές επιχειρήσεις.
Οι εκάστοτε επιστημονικές ομάδες και η υποστήριξη που θα παρέχουν οφείλουν να συμβάλλουν στο σχεδιασμό, ώστε οι πόροι και τα χρηματοδοτικά εργαλεία να κατευθυνθούν και να υποστηρίξουν την πραγματική κοινωνική οικονομία των παραγωγών προϊόντων και υπηρεσιών. Να συμβάλλουν στον αναδραστικό στοχασμό μεταξύ των αναγκών που εκδηλώνονται στο επίπεδο πρακτικών εφαρμογών της κοινωνικής επιχειρηματικότητας και των αρχών σύμφωνα με τις οποίες σχεδιάζονται οι πολιτικές χρηματοδότησης.
Θα πρέπει να εισάγουν έννοιες και πρακτικές που βοηθούν στη συγκέντρωση άυλου κεφαλαίου, όπως συστήματα διαχείρισης της γνώσης και κοινωνικού διανοητικού κεφαλαίου, που εντέλει κινητοποιεί και τους υλικούς πόρους.
Η ανταλλαγή της γνώσης αποτελεί σημαντικό παράγοντα, που προϋποθέτει την κατανόηση, εκ μέρους των συμβούλων, ότι οι συγκεκριμένες θεωρίες και μέθοδοι συμβουλευτικής σταδιοδρομίας θα είναι προσβάσιμες σε όλους, στο κατάλληλο επίπεδο πολυπλοκότητας και λεπτομέρειας. Προϋποθέτει ακόμη ότι όλοι θα αναγνωρίζουν τα υπάρχοντα επαγγελματικά πλαίσια δεξιοτήτων άλλων επαγγελματικών κατηγοριών ή τις απόψεις και τα ενδιαφέροντα των άλλων ομάδων με παραπλήσιο αντικείμενο.
Επίσης, μπορεί να έχουν ένα ρόλο ως οι κύριοι συντελεστές δράσεων επισκόπησης και αξιολόγησης, στα πλαίσια μιας στρατηγικής διασφάλισης ποιότητας.
Ένα από τα απαραίτητα χαρακτηριστικά ενός καλού συστήματος συμβουλευτικής είναι ότι πρέπει να είναι ταυτόχρονα ευρύ και να απευθύνεται σε συγκεκριμένες ομάδες-στόχους, να είναι και εκτεταμένο και εντατικό.
Τα περίπλοκα συστήματα εκπαίδευσης και κατάρτισης και οι ευκαιρίες που παρέχουν, μέσω τυπικών ή άτυπων δομών, δεν είναι τόσο ξεκάθαρα για τους περισσότερους, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι πολίτες να χρειάζονται υποστήριξη στο σχεδιασμό της σταδιοδρομίας τους, ώστε να διαλέξουν μεταξύ των διαφορετικών επιλογών εκπαίδευσης και κατάρτισης, καθώς και να διαχειριστούν με επιτυχία τη μετάβασή τους από την εκπαίδευση στην αγορά εργασίας.
Το δίκτυο των Περιφερειακών Μηχανισμών που μπορεί να εκτείνεται στο σύνολο της χώρας ανά περιφερειακή ενότητα, θα παρέχει υπηρεσίες για τους κοινωνικούς επιχειρηματίες και τις κοινωνικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις, με εστίαση στη διεκπεραίωση της διοικητικής διαδικασίας και την παροχή υπηρεσιών οριζόντιας συμβουλευτικής.
Οι Περιφερειακοί Μηχανισμοί μπορούν επίσης να παρέχουν τακτικές αναφορές για τις Κοιν.Σ.Eπ. της ευθύνης τους και να καταθέτουν προτάσεις για την ανάπτυξή τους.

Mentoring

Οι περιφερειακές δομές προβλέπεται να υλοποιήσουν προγράμματα mentoring, ομαδικής και εξατομικευμένης συμβουλευτικής, από ειδικούς συμβούλους και εμπειρογνώμονες της κοινωνικής οικονομίας και κοινωνικής επιχειρηματικότητας.
Οι εμπειρογνώμονες αυτοί θα πρέπει να ανταποκρίνονται στο ρόλο των διαχειριστών γνώσης συνεργατικών τεχνολογιών, ώστε να είναι σε θέση να προτείνουν αναδιαρθρώσεις προγραμμάτων, αναμόρφωση συστημάτων και ανακατανομή των πόρων προς όφελος παραγωγικών δράσεων, έναντι της κυρίαρχης λογικής κατάρτισης χωρίς παραγωγικό αντικείμενο.
Παράλληλα, ο ρόλος τους θα πρέπει να περιλαμβάνει τη δημιουργία και συντήρηση αποθετηρίων γνώσης για τη βελτιωμένη διάδοση γνώσης, επαναχρησιμοποίηση, μάθηση, συνεργασία και καινοτομία, μέσα από τις ίδιες τις δομές και τις επιχειρήσεις, με διαδικτυακά εργαλεία.
Με τον τρόπο αυτόν, οι διαχειριστές γνώσης μπορούν να έχουν πληθώρα επιστημονικών υποβάθρων, από πληροφοριακές επιστήμες ως επιχειρησιακή διαχείριση των συνεργατικών τεχνολογιών, που δοκιμάζονται όμως στη πράξη με κριτήριο την αποτελεσματικότητα των ίδιων των εργαλείων που προτείνουν.
Η συμμετοχή, λοιπόν, εμπειρογνωμόνων και εκπροσώπων των εμπλεκομένων φορέων με την κοινωνική οικονομία και την κοινωνική επιχειρηματικότητα σε μια επιστημονική ομάδα στήριξης κρίνεται απαραίτητη.
Συνεπώς, οι επιστημονικές ομάδες θα παρέχουν υποστήριξη, εκτός από το Υπουργείο Εργασίας, προς τους συμπράττοντες φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και οργανώσεων της Κοινωνίας Πολιτών, τα δίκτυα εθελοντισμού, τις κοινωνικές υπηρεσίες του Δημοσίου και τις επιτροπές που συντάσσουν τα στρατηγικά σχέδια ανάπτυξης.
Χαράσσοντας πολιτικές σύνθεσης των κατακερματισμένων διαθέσιμων πόρων και διαμορφώνοντας εργαλεία μετασχηματισμού τους σε υλικό και ανθρώπινο κεφάλαιο.
Δημιουργώντας πολιτικές στρατηγικής ανάπτυξης των Κοινωνικών Συμπράξεων και κοινωνικής δικτύωσης καταναλωτών και παραγωγών, δείχνοντας με ποιο τρόπο θα λειτουργήσουν αυτοί οι θεσμοί.
Αναδεικνύοντας νέους τομείς και πρακτικές στους οποίους μπορεί να κατευθυνθεί η κοινωνική επιχειρηματικότητα.
Υποδεικνύοντας μεθόδους μόχλευσης συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων που μπορούν να αναλάβουν πρωτοβουλίες σχετικές με την κοινωνική επιχειρηματικότητα.

 

Τι είναι οι Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις (Κοιν.Σ.Επ.)

Οι Κοιν.Σ.Επ. είναι οργανωτική μορφή συνεργατικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα, που μπορούν να προσφέρουν εξειδικευμένα αγαθά και υπηρεσίες σε όλους τους κλάδους της οικονομίας, αλλά κυρίως εκεί που υπάρχουν κενά από το κράτος και τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Θεσμοθετήθηκαν σύμφωνα με τον νόμο 4019-11.
Στόχος τους είναι η δημιουργία προϋποθέσεων κοινωνικής συμμετοχής για την ανάπτυξη κοινωνικής επιχειρηματικότητας, με αξιοποίηση ανενεργών υλικών και ανθρώπινων πόρων σε τοπικό επίπεδο αλλά και η δημιουργία πρόσθετων θεσμικών εργαλείων στην αντιμετώπιση της ανεργίας και της φτώχειας.
Διοικούνται ισότιμα από τα μέλη τους και η λειτουργία τους βασίζεται στην επιδίωξη του συλλογικού οφέλους, ενώ το κέρδος τους προκύπτει από δράσεις που εξυπηρετούν αποκλειστικά το κοινωνικό συμφέρον. Προσφέρουν τη δυνατότητα στους ανθρώπους να εργάζονται μαζί και να συστήνουν βιώσιμες επιχειρήσεις, οι οποίες δημιουργούν θέσεις εργασίας και προάγουν την ευημερία της κοινωνίας.
Υπάρχουν τρεις κατηγορίες Κοινωνικών Συνεταιριστικών Επιχειρήσεων. Αυτές είναι:
α) «Ένταξης»
Στόχος τους είναι η απασχόληση ή/και η επαναδραστηριοποίηση των πολιτών που είναι αποκλεισμένοι από την αγορά εργασίας. Αυτές οι Κοιν.Σ.Επ. ουσιαστικά επιδιώκουν την ένταξη ατόμων, τα οποία ανήκουν στις ευάλωτες ομάδες πληθυσμού και πιο συγκεκριμένα ατόμων με αναπηρίες ή με ψυχικές παθήσεις, ατόμων εξαρτημένων ή απεξαρτημένων από ουσίες, οροθετικών, φυλακισμένων ή αποφυλακισμένων, ανήλικων παραβατών, ανέργων (νέοι, γυναίκες, άνω των 50 ετών), μακροχρόνια άνεργων, αρχηγών μονογονεϊκών οικογενειών και μελών πολύτεκνων οικογενειών, γυναικών που έπεσαν θύματα κακοποίησης, μεταναστών, ατόμων με θρησκευτικές ή πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, κατοίκων απομακρυσμένων ορεινών και νησιωτικών περιοχών.
β) «Κοινωνικής Φροντίδας»
Στόχος τους είναι να καλύψουν εναλλακτικές μορφές παροχής υπηρεσιών και προϊόντων χαμηλού κόστους αλλά υψηλής ποιότητας, έτσι ώστε να καλυφθούν βασικές ανάγκες που μέχρι σήμερα καλύπτονται με δυσκολία. Αυτές οι Κοιν.Σ.Επ. αφορούν ουσιαστικά την παραγωγή και παροχή προϊόντων και υπηρεσιών κοινωνικού και προνοιακού χαρακτήρα, που απευθύνονται σε συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού, όπως ηλικιωμένοι, παιδιά και βρέφη, άτομα με αναπηρίες και άτομα με χρόνιες παθήσεις.
γ) «Συλλογικού και Παραγωγικού Σκοπού»
Στόχος τους είναι να προάγουν το τοπικό και συλλογικό συμφέρον, την προώθηση της απασχόλησης, την ενδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής και της τοπικής ή περιφερειακής ανάπτυξης. Σε αυτές αναμένεται να δραστηριοποιηθούν περισσότεροι άνεργοι νέοι επιστήμονες, οι οποίοι μπορούν να προσφέρουν τα μέγιστα στην παραγωγή προϊόντων και στην παροχή υπηρεσιών, σε τομείς όπως ο πολιτισμός, το περιβάλλον, η οικολογία, η εκπαίδευση, οι παροχές κοινής ωφέλειας, η αξιοποίηση τοπικών προϊόντων, η διατήρηση παραδοσιακών δραστηριοτήτων και επαγγελμάτων κ.ά.

 Συνεταιριστικές τράπεζες και ασφαλιστικά ταμεία
Σε όλους τους τομείς της οικονομίας υπάρχουν παραδείγματα και δράσεις όπως, συνεταιριστικές τράπεζες και επιχειρήσεις, τράπεζες χρόνου, συστήματα μη χρηματικών ανταλλαγών, κοινωνικές επιχειρήσεις, πανεπιστήμια, νοσοκομεία, υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας και κάθε λογής δραστηριότητες που πολλαπλασιάζονται συν τω χρόνο. Άπειρα παραδείγματα γίνονται γνωστά και διεγείρουν τη σκέψη και τη φαντασία για νέες καινοτόμες πρωτοβουλίες.
Σ’ όλες αυτές τις πρωτοβουλίες κοινωνικής επιχειρηματικότητας είναι η κοινωνία πολιτών που βρίσκεται μπροστά και συγκροτεί το απαραίτητο κοινωνικό κεφάλαιο. Παραδείγματα από την Ευρώπη, την Αμερική και την Ασία μπορούν να γεμίσουν μια συναρπαστική αφήγηση στην εξιστόρηση της Κοινωνικής Οικονομίας. Η Τράπεζα των φτωχών και οι Πράσινες τράπεζες είναι μερικά αξιόλογα δείγματα εφαρμογών της Κοινωνικής Οικονομίας.
Οι κοινωνικοί ακτιβιστές αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες ιστορικής σημασίας στο κοινωνικό επιχειρείν. Το παράδειγμα της «Ηθικής Τράπεζας» στην Ιταλία, είναι μια προοπτική που συζητείται με πολύ ενδιαφέρον τελευταία στους κόλπους των ελληνικών συλλογικών οργανώσεων και στο επίπεδο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η υλοποίηση ενός ανάλογου εγχειρήματος και στην Ελλάδα θα απαιτούσε τον συντονισμό χιλιάδων Οργανώσεων της Κοινωνίας Πολιτών σε συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση.

 ----------------------------
Το βιβλίο του Βασίλη Τακτικού "Θεσμοί & Εφαρμογές Κοινωνικής Οικονομίας" μπορείτε να το προμηθευτείτε στα κεντρικά βιβλιοπωλεία (ΙΑΝΟΣ, ΠΟΛΙΤΕΙΑ κ.α.) στην Αθήνα, καθώς και από τα γραφεία του Παρατηρητηρίου των Οργανώσεων Κοινωνίας Πολιτών, Γ' Σεπτεμβρίου 69 πλ.Βικτώριας.
Στη Θεσσαλονίκη μπορείτε να το βρείτε στον Κοινωνικό Καταναλωτικό Συνεταιρισμό Bios Coop.
Για της υπόλοιπες περιοχές της Ελλάδας μπορείτε να τηλεφωνήσετε στο 210.8813760-1 και θα σας αποσταλεί ταχυδρομικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου